Αρχείο για Ιανουαρίου 23, 2012

WILD

Posted: Ιανουαρίου 23, 2012 in MUZIQ
Ετικέτες:
Image

Κομμάτι ιστορίας της αφροαμερικανικής και φεμινιστικής πραγματικότητας από τα χρόνια του ’40 και του ’50. Τραγούδια δυναμίτες (σεισμός μέσα σας) από την τότε μουσική σκηνή σε Kansas City,
Chicago, New Orleans, New York κ.o.κ. μέσω των ρυθμών woogie boogie του τότε R&B, της soul, της blues, της jazz, της exotica, αλλά και πειραγμένων, όπως το classic «Baby Please Don’t Go» σε
ρυθμό mambo, με χαρτόκουτα αντί για drums, σε ερμηνεία της Rose Mitchell. Η επιτομή λοιπόν της
τραγουδοποιίας των ταραγμένων χρόνων, μέσω κυρίως μαύρων φωνών της εταιρείας Stageside, που άνετα θα μπορούσε να γίνει επανέκδοση από το Smithsonian Institute. “This Is A Woman’s Woman’s
Woman’s World” παραφράζοντας τον James Brown.

ΣωΣω.

BUGS ON THE WIRE

Posted: Ιανουαρίου 23, 2012 in MUZIQ
Ετικέτες:

Image

Η εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ για κάθε ραδιοφωνατζή με ευαισθησίες και με γνώση της φόρμας και του περιεχόμενου των κομματιών που επιλέγει, με κοινωνικές ανησυχίες και με αισθητική ανταποκρινόμενη
στα σημάδια των καιρών μας. Ένας δίσκος βινυλίου που αναβλύζει σπάνια αρώματα, με μεστό σώμα και terroir, που θα έλεγε και ο γευσιγνώστης της παρέας. Ένας δίσκος που επιδέχεται παλαίωση (πολλά κομμάτια του ακούγονται σαν σημερινά) και αναδύει τον πλούτο της γνώσης του ραδιοφωνικού
παραγωγού του BBC Steve Barker σε κομμάτια hard to find, dub με ethnic επιμιξίες, από group περιφερειακών πόλεων. Και κάτι τελευταίο… το εν ζωή ethnic σήμερα συναντάται κυρίως στα προάστια των μεγαλουπόλεων σαν ανάμικτο χαρμάνι, ειδάλλως κινδυνεύει να γίνει μουσική για purists και requiem για αποστειρωμένα ΚΚ. This is the sound of the suburb NOW.

ΣωΣω.

PERCUSSION: DON’T STOP

Posted: Ιανουαρίου 23, 2012 in MUZIQ
Ετικέτες:

Image

Βαρύ rap jazz funk από τη Σουηδία (γιατί όχι;) σε ultra rear grooving ρυθμούς, δίσκος βινυλίου εν έτει 1984. Η σχολή της σουηδικής και της εν γένει σκανδιναβικής μουσικής σε όλα αυτά που συνηθίζουμε να αναφερόμαστε ως beyond jazz ήταν σε άνθιση από τη δεκαετία του ’60 (απ’ την Karen Krog ως τον Nils Landgren σήμερα), λόγω επισκέψεων ή και διαμονής στην ψυχρή, μα κοινωνικά ζεστή χώρα του

βορρά, πολλών γνωστών μουσικών από τις μητροπολιτικές χώρες. Στην περίπτωσή μας, εδώ
φιλοξενείται ο Mac Rebennack (εκ Ν. Ορλεάνης), γνωστότερος ως Dr John, με ένα από τα καλύτερα
ever τραγούδια του, το συγκλονιστικό «I Walk On Guilded Splinters».

ΣωΣω.

Ο LOUIS ARMSTRONG ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΠΛΩΣΗ

Posted: Ιανουαρίου 23, 2012 in MUZIQ
Ετικέτες:

ImageΓια τον εικοσιτετράχρονο Λούις Άρμστρονγκ, όπως και για αμέτρητους μουσικούς πριν και μετά από αυτόν, η Νέα Υόρκη ήταν η μέγιστη πρόκληση. Ωστόσο ήταν μια πρόκληση για την οποία φαίνεται πως ήταν προετοιμασμένος με τον καλύτερο τρόπο. Με τη δουλειά του στην πρωτοποριακή τζαζ μπάντα του κορνετίστα Τζο «Κινγκ» Όλιβερ ο ‘Αρμστρονγκ είχε αποκτήσει, σ’ ένα βαθμό, κάποια φήμη στο Σικάγο και στην πατρίδα του τη Νέα Ορλεάνη, και είχε πάρει μέρος σε μια σειρά ηχογραφήσεων με αυτό το γκρούπ, οι οποίες ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζονται με θαυμασμό, ως το καθαρότερο παράδειγμα συνόλου της Νέας Ορλεάνης. Λίγο μετά την άφιξή του ο Άρμστρονγκ έπιασε δουλειά στην μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον. Όλοι, ως και το τελευταίο μέλος της ορχήστρας, έμειναν κατάπληκτοι από τα εμπνευσμένα σόλο του στην τρομπέτα και σύντομα το παίξιμο του νεοφερμένου υιοθετήθηκε ως πρότυπο, το οποίο η υπόλοιπη ομάδα αγωνιζόταν να αντιγράψει.

ImageΣτις ηχογραφήσεις του Άρμστρονγκ που ακολούθησαν συναντάμε έναν τέτοιο βαθμό λεπτότητας στην καλλιτεχνική έκφραση, που ο όρος «ελαφρά μουσική» μοιάζει κάπως παραπλανητικός. Η οριστική ρήξη της τζαζ με την ελαφρά μουσική επρόκειτο να συμβεί εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, με τους πειραματισμούς και με τον ελιτισμό των beboppers (σ.σ. οι μουσικοί του κινήματος της μοντέρνας τζάζ που ονομάστηκε bepop) και των hipsters, αλλά οι σπόροι αυτής της αναπόφευκτης ρήξης φυτεύθηκαν από τον Άρμστρονγκ σε αυτές τις πρώτες ηχογραφήσεις, όταν πρωτοάρχισε να χρησιμοποιεί ρυθμούς όλο και πιο διαφορετικούς από τους απλούς χορευτικούς ρυθμούς που αποτελούσαν ανέκαθεν τη βάση της ελαφράς μουσικής. Ο ποιητής Έζρα Πάουντ, του οποίου το έργο είναι για πολλούς η επιτομή του μοντέρνου στις τέχνες, κάποτε απηύθηνε μια προειδοποίηση: «Η μουσική», έγραψε, «αρχίζει να ατροφεί όταν απομακρύνεται υπερβολικά από το χορό». Στην περίπτωση της τζαζ ωστόσο επικράτησε μια αντίστροφη ευαισθησία: αντί να ατροφήσει, η μουσική ουσιαστικά απελευθερώθηκε χάρη στην σταδιακή εξάλειψη των χορευτικών ρυθμών από το λεξιλόγιό της. Οι λαβυρινθώδεις υποδιαιρέσεις του παλμού (beat) που εισήγαγε ο Άρμστρονγκ και προώθησαν οι διάδοχοί του έπαιξαν τον πιο αποφασιστικό ρόλο στη σκιαγράφηση της τζαζ ως μιας καλλιτεχνικής δύναμης απελευθερωμένης από τα περιοριστικά δεσμά της μαζικής αποδοχής. Ο συνθέτης Ερίκ Σατί ήταν ίσως ο πρώτος που συνέλαβε την ουσιαστική διαφορά που εμπεριέχει η μοντέρνα ευαισθησία: το 1920 έγραψε για την έλευση της «μουσικής επίπλωσης», η οποία θα «καλύπτει τον ίδιο ρόλο με το φωτισμό και τη θέρμανση». Ο Σατί εντόπισε τις τάσεις και τα γούστα της εποχής του, την εμφάνιση μιας αυξανόμενης επιθυμίας για μια μουσική ομογενοποιημένη, απογυμνωμένη τόσο από το συναισθηματικό περιεχόμενο όσο και από την υπερχειλίζουσα ατομικότητα που ήταν χαρακτηριστική του ρομαντικού παρελθόντος.

ImageΤα επόμενα χρόνια, η δήλωση του Σατί – την οποία το κοινό θεώρησε αρχικά ως ένα εξεζητημένο αστείο– επιβεβαιώθηκε με τον πιο ισχυρό τρόπο, όχι μόνο στην κλασική μουσική, αλλά στο πλήρες φάσμα της μουσικής έκφρασης. Το 1924, την ίδια χρονιά που ο Λούις Άρμστρονγκ έκανε το ντεμπούτο του στη Νέα Υόρκη, στο αμερικανικό ραδιόφωνο ακουγόταν η πρώτη τραγουδιστή διαφήμιση. Μία δεκαετία αργότερα ο George Owen Squier, συνταξιούχος στρατηγός κι απόφοιτος του West Point (Στρατιωτική Ακαδημία των ΗΠΑ), έσπρωξε τη μουσική πιο πίσω, στο παρασκήνιο, με την εφεύρεση της «Muzak» (σ.σ. ηχογραφημένη μουσική υπόκρουση για γραφεία, καταστήματα, αίθουσες αναμονής κ.λπ.). Προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 η μουσική υπόκρουση ήταν ένα απολύτως εδραιωμένο κομμάτι της αμερικανικής κουλτούρας, και η μισό-ειρωνική προσταγή του Σατί – «μην εισέρχεστε σε κατοικία που δε διαθέτει μουσική επίπλωση»(«N’ entrez pas dans une maison qui n’emploie pas la Musique d’ Ameublement”) εξελισσόταν σε μια πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Υπ’ αυτό το πρίσμα ο Άρμστρονγκ, και συνεπώς όλη η τζαζ, θα πρέπει να φαίνεται τρόπον τινά αντιδραστική. Πράγματι η τζαζ, τουλάχιστον στην πρώιμη μορφή της, ταιριάζει πολύ με την περιγραφή της μοντέρνας τέχνης από τον Ortega – είναι συλλογική, ανεπίσημη, συχνά ειρωνική. Καθώς όμως εξελισσόταν, κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προσεγγίζοντας όλο και περισσότερο τη ρομαντική ευαισθησία του 19ου αιώνα: εμμονή με τις μουσικές προσωπικότητες, αυξανόμενη απασχόληση με την ατομική δεξιοτεχνία, και, πάνω απ’ όλα , μια σοβαροπρέπεια που άγγιζε την εκζήτηση. Η τζαζ, παρά την πρόσφατη καταγωγή της, αποκτούσε όλα τα στολίδια της προ-μοντέρνας τέχνης. Ο ασυνήθιστος ρόλος της ως τέχνης του 19ου αιώνα στο μέσο του 20ού είναι είναι η διαρκής κληρονομιά του Άρμστρονγκ προς τη μουσική που επηρέασε τόσο βαθιά. Αλλά, σε τελική ανάλυση, αυτή η διφορούμενη κληρονομιά μπορεί να είναι που μας έλκει περισσότερο σε αυτή την παράξενα μεθυστική μουσική.

Image

Σε ένα περιοριστικό και απρόσωπο πολιτιστικό τοπίο, η τζαζ –με την εύθυμη αδιαφορία της για τους πανεπιστημιακούς τίτλους, για τα ακαδημαϊκά περιοδικά και για τα άλλα διακοσμητικά του μοντέρνου καλλιτέχνη–, μας δίνει τη σπάνια ευκαιρία να βιώσουμε μια τέχνη που δονείται από πολύ διαφορετική ευαισθησία. Τόσο στη σφαίρα της λαϊκής τέχνης όσο και της σοβαρής μουσικής, η τζαζ παραμένει κάτι σαν παρεκτροπή: μέσα σε μια κουλτούρα που επιζητεί τη «μουσική επίπλωση» ενός περίκλειστου, προβλέψιμου χώρου, είναι ακόμη πρόθυμη να αψηφήσει τις κυρίαρχες δυνάμεις.

Ο Ted Gioia είναι συγγραφέας, ιστορικός της τζαζ, πιανίστας, παραγωγός δίσκων
και ένας από τους ιδρυτές του προγράμματος Τζαζ του πανεπιστημίου Στάνφορντ.
Αποσπάσματα από την έκδοση Λόγου και Τέχνης «ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ», τεύχος 137-138
Νοέμβριος 2004 – Ιανουάριος 2005. Εκδότης ο Κώστας Μαυρουδής.