Για το ελληνικό τραγούδι

Posted: Ιανουαρίου 23, 2012 in ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΗ, MUZIQ
Ετικέτες: ,

Οι απόψεις του Τάσου Φαληρέα όπως εκφράστηκαν σε μία συνομιλία του με την Έλλη Κιούση, που δημοσιεύτηκε στα Επίκαιρα, τ. 540,13/12/1978.

Image

Τάσο Φαληρέα, είσαι ίσως ο πιο κατάλληλος για να μιλήσεις σήμερα γι’ αυτό το θέμα, γιατί τόσα χρόνια μέσα στις εταιρείες, απόκτησες μια γνώση άμεση και μια εμπειρία από πρώτο χέρι. Αναγνωρίζω βέβαια
πως το θέμα είναι χιλιοειπωμένο, αλλά συζητώντας μπορεί και να βρούμε τι δεν πάει καλά στην ελληνική μουσική.

Δεν είναι ότι κάτι δεν πάει καλά στην ελληνική μουσική, είναι απλώς ότι η ελληνική μουσική δεν πάει άλλο. Εδώ και είκοσι χρόνια μας κοπανάν τα ίδια και τα ίδια. Τρεις γενιές τώρα διαπαιδαγωγηθήκαν
μουσικά με το “Βράχο-βράχο” και τη “Μαργαρίτα-Μαργαρώ”. Και σε ρωτάω, είναι δυνατόν να υπάρχει τόση πνευματική φτώχεια; Είναι δυνατόν η κάθε γενιά να μην έχει το δικό της συνθέτη ή συνθέτες;
Εδώ σήμερα όλοι γράφουν τραγούδια, αν δε γράφεις τραγούδια, τότε είσαι… ταλέντο. Αστεία το λέω, αλλά είναι κάτι σοβαρό, γιατί η εποχή μας είναι τόσο αντιφατική και αγχώδης, η ένταση τόσο
μεγάλη, που είναι θέμα επιβίωσης να εκφραστείς, και το τραγούδι είναι ο πιο άμεσος τρόπος έκφρασης. Κι όμως τίποτα καινούριο δε φάνηκε τόσο καιρό, ούτε νέο κύμα ούτε παλιό ούτε καν κύμα.
Τα νερά παραμένουν στάσιμα. Άσε που τώρα η όλη υπόθεση περνάει στις διεθνείς εταιρείες. Από δω και πέρα θα μας λένε οι ξένοι πώς θα κάνουμε τραγούδια. Στη C.B.S, που δούλευα ως πριν από λίγο
καιρό είναι οι Αμερικάνοι, στην ΕΜΙ ο Γεν. Διευθυντής είναι Ιταλός, σε μία άλλη εταιρεία για την ώρα είναι Έλληνας με την προοπτική όμως Ολλανδού. Καταλαβαίνεις τι πρόκειται να ακολουθήσει. Εγώ
προβλέπω πόλωση. Από σκυλάδικο ως αρχοντοκαψούρικο, ή τελείως πάνω στα χνάρια του ξένου ελαφρού τραγουδιού… με λίγο
μπουζούκι μέσα ασφαλώς.

Πόσο ρόλο παίζει ο παραγωγός στο τραγούδι;

Τεράστιο. Μπορώ να σου πω, καθοριστικό. Ο Τάκης Β της Δυναστείας των Λαμπροπουλαίων της Κολούμπια –όταν η Κολούμπια ήταν στα χέρια τους– υπήρξε ένας μοναδικός παραγωγός. Αυτός ο άνθρωπος είχε μία μοναδική αίσθηση να ανακαλύπτει τη χρυσή τομή του εμπορικού και της ποιότητας. Ο Τάκης Β –το Β σημαίνει “του Βασίλη”, για να ξεχωρίζονται μέσα στην εταιρεία τα πρώτα ξαδέρφια– ήταν δέκτης και πομπός και δημιούργησε τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, τον Χιώτη, τη Μαίρη Λίντα, τον Καζατζίδη, τη Μαρινέλλα, τον Μπιθικώτση, τον Χατζιδάκη, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, στις καλές εποχές. Ο Τάκης Β στάθηκε πράγματι ο Πυγμαλίωνας του ελληνικού τραγουδιού, γιατί έδωσε ένα γενικό κέντρισμα στην όλη μουσική κίνηση του τόπου. Ακόμα και το Νέο Κύμα της Λύρας δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά ο αντίποδας της μεγάλης εξόρμησης που έκανε η Κολούμπια μέσω του Έλληνα γενικού της αντιπροσώπου. Ο Τάκης Β στις αρχές της δεκαετίας του ’60, απομάκρυνε το λαϊκό τραγούδι από τον ινδικό αμανέ και από άλλες επιρροές, και το ‘φερε κοντά στο μουσικό αίσθημα του μέσου Έλληνα. Ήταν αυτός που έκανε τη φαντασία του κόσμου να δουλέψει, που δημιούργησε είδωλα και επένδυσε τα κεφάλαια της εταιρείας στη λατρεία του κόσμου γι’ αυτόν ή τον άλλο καλλιτέχνη. Δημιούργησε το προσκήνιο, το παρασκήνιο, τους προβολείς, τα φώτα της δημοσιότητας για λαϊκούς ή έντεχνους καλλιτέχνες, οι περισσότεροι όμως αμάθητοι, και μην έχοντας την παιδεία και την υποδομή για μία τέτοια ξαφνική επιτυχία, δεν άντεξαν και, μέσα σ’ αυτήν τη φαντασμαγορία, χάσαν τον μπούσουλα και τη γνησιότητά τους. Ο Λαμπρόπουλος εφάρμοσε κατά γράμμα το χολιγουντιανό τρόπο προβολής, μόνο που δεν έλαβε υπόψη του ότι η Ελλάδα ήταν μια μικρή χώρα που δεν άντεχε σύγχρονους ημίθεους και σούπερ σταρ, χωρίς από κάπου να το πληρώσει θανάσιμα. Ήταν σαν κάποιον που αγόραζε ένα πανάκριβο παλτό και ύστερα ήταν υποχρεωμένος να το φοράει χειμώνα καλοκαίρι, γιατί
δεν του είχαν μείνει άλλα λεφτά να αγοράσει τίποτ’ άλλο. Όταν λοιπόν ο Λαμπρόπουλος πήρε το λαϊκό τραγούδι από
το φυσικό του περιβάλλον, του έβγαλε τα “αγκάθια” και το μεταφύτεψε στα υψηλά κοινωνικά στρώματα, που και το κέφι
είχαν να το ακούνε και το χρήμα να το πληρώνουν χρυσό, τότε το λαϊκό τραγούδι μεγάλωσε και θέριεψε και έκανε πανίσχυρους
τους εκπροσώπους του. Η έννοια όμως “πανίσχυρος” δε συμβαδίζει με τη φύση και με την αποστολή του καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης είναι αυτός που δέχεται στο πετσί του την πίεση της εποχής. Ένας καλλιτέχνης μπορεί και να ζει στα σύννεφα, διαισθάνεται όμως την πραγματικότητα, ψάχνει την αλήθεια, κι αυτήν την αλήθεια κάποτε τη βρίσκει και τη μετουσιώνει σε τέχνη. Ειδικά ο τραγουδοποιός. Γιατί το τραγούδι, η μελωδία δηλαδή, κρέμεται από μία κλωστή, τη βρίσκεις μόνο
όταν είναι θέμα επιβίωσης, θέμα ζωής και θανάτου που λένε. Ποτέ βασιλιάδες ή αυτοκράτορες δεν έγραψαν τραγούδια, εκτός βέβαια από τον Νέρωνα. Για να γράψεις τραγούδι, πρέπει να έχεις χάσει την αξιοπρέπειά σου με την αστική της έννοια. Η Αγγλία έκανε τραγούδια όταν έχασε την αυτοκρατορία της. Οι νέγροι χάσαν την ελευθερία τους και η κραυγή της απελπισίας που βγάλαν έγινε τα ωραιότερα τραγούδια, πάνω στα οποία είναι στηριγμένη όλη η αμερικάνικη μουσική. Στην Ιταλία τις καντσονέτες δεν τις έγραψαν οι τιτλούχοι της αριστοκρατίας, ούτε ο ίδιος ο Πάπας βέβαια. Τις έγραψαν οι αφανισμένοι, οι καταπιεσμένοι Ναπολιτάνοι και οι Σικελοί. Κι όσο για το δικό μας το λαϊκό τραγούδι, το παλιό ξέρουμε όλοι ότι είναι βγαλμένο μέσα από τις φλόγες της Σμύρνης. Θέλω να πω ότι το τραγούδι σαν μορφή τέχνης είναι ένα είδος που, ευαίσθητο κι αυθόρμητο, έρχεται μία φορά στη ζωή του κάθε καλλιτέχνη –μουσικού εννοώ– όσο είναι αγνός και πηγαίος. Όταν χάσει την αθωότητά του και γίνει “πανίσχυρος” ή “παράγοντας” και τέτοια, τότε πάει η έμπνευση, γίνεται καπνός. Απόδειξη οι δύο κολοσσοί της ελληνικής μουσικής, στέρεψαν, ξόφλησαν εδώ και πολύ καιρό ο Χατζιδάκης και ο Θεοδωράκης, γι’ αυτό κι ο ένας ζήτησε μια θέση στο ραδιόφωνο και ο άλλος μια θέση στο κομμουνιστικό κόμμα.

Τάσο, πάνω σ’ αυτό. Προχτές μπήκα σε μία γνωστή μπουάτ, και στο πάλκο εκείνη την ώρα ήταν ένας γνωστός τραγουδιστής, πρώην προλετάριος και νυν βάρδος της Αντίστασης – ποιας αντίστασης δεν ξέρω. Στεκόταν μέσα σ’ ένα όργιο από φωτιστικά με το μεταξωτό του πουκάμισο να αστράφτει, και με ύφος περιφρόντι και στεναχωρημένο τραγουδούσε “…σε θυμάμαι του ΕΛΑΣ επιλοχία… Μη με πικραίνεις, Μαρία…” Στο τελευταίο “Μη με πικραίνεις, Μαρία” η αίθουσα σείστηκε από χειροκροτήματα, και το “σώσε” έγινε όταν τραγούδησε του Θεοδωράκη το “Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί”. Ύστερα
πρόσεξα πως κάθε φορά που ακουγόταν η λέξη “φτώχεια”, “λευτεριά”, “λαός” ή κάτι τέτοιο, όλοι οι λεφτάδες της πλατείας
τραντάζονταν απ’ τα χειροκροτήματα. Και λέω “Μα τι γίνεται εδώ; Τι σχέση έχουν όλοι αυτοί με λαούς και λευτεριές; Οι άνθρωποι ήταν όλοι βολεμένοι αστοί, ενός κάποιου εισοδήματος, άνω των 50 χιλιάδων το μήνα υποθέτω, γιατί ποιος άλλος μπορεί να ξοδεύει μια καθημερινή 300 με 500 δρχ. για ένα ποτό”;

Μα είναι αυτό ακριβώς, σου λέω. Η παραγωγή σήμερα γίνεται από το Κατεστημένο και τα Κόμματα. Κάποτε ο συνθέτης ερχόταν
στην εταιρεία και έλεγε “Έχω την ΚΝΕ από πίσω μου”. Εγγυάται η ΚΝΕ για έναν αριθμό πωλήσεων και ο δίσκος γίνεται. Και το
ΠΑΣΟΚ έχει τους δικούς του και η ΝΔ και όλοι. Δεν ξεφεύγεις με τίποτα. Πώς λοιπόν θέλεις να ακουστεί η φωνή αυτού που κάθεται σπίτι του, μακριά απ’ όλα τα κόλπα και γράφει από ανάγκη και από έρωτα για τη μουσική. Σ’ το είπα, δεν υπάρχει ελπίδα, όσοι πέρασαν, πέρασαν. Ο Σαββόπουλος ήταν ο τελευταίος γνήσιος βάρδος, αλλά και γι’ αυτόν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα τώρα. Υπάρχει και ένα καινούριο στοιχείο. Έχουμε μαζευτεί 3.600.000 κάτοικοι στην πρωτεύουσα, πράγμα που δημιούργησε μια καινούρια αγορά για το μετανάστη της Αθήνας, όπως τον λέω εγώ. Έτσι άνθισε ο Πάριος με το στυλ ρουμπα-μπαγιόν, που ουσιαστικά εκφράζει το νέο που έρχεται από τη Χαλκίδα ή από αλλού, για να πιάσει “την καλή” στην Αθήνα. Κι ο Βοσκόπουλος σ’ αυτό το κοινό απευθύνεται, μόνο που είναι ο πιο “μάγκας”, ο πιο επιθετικός, σαν το έργο που είχε προχτές η τηλεόραση. Ανεβαίνει ο “εκείνος” έξαλλος στο γιαπί και φωνάζει “Θα το πάρω οπωσδήποτε αυτό το διαμέρισμα, πρέπει κι εγώ να ζήσω σαν άνθρωπος”. Και το παίρνει τελικά. Όχι πόλεμο στο κατεστημένο, αλλά έρωτα στην πρωταγωνίστρια.
Για να λέμε όμως την αλήθεια, δε φταίνε μόνο οι εταιρείες. Τι να σου κάνει και ο διευθυντής παραγωγής, όταν η “βεντέτα” της εταιρείας τον πιάνει απ’ το λαιμό και του λέει “Κανένας καινούριος δε θα περάσει, αν δεν πάρει τη δικιά μου έγκριση”. Κι από την άλλη είναι και το ελληνικό κοινό τόσο ευκολόπιστο και συναισθηματικό. Αντί να κάτσει να σκεφτεί, να εγκρίνει, ν’ απορρίψει, να επιδοκιμάσει, να αποδοκιμάσει, βάζει κάτω το κεφάλι και “αου, αου”, χτυπάει παλαμάκια επί δικαίων και αδίκων, φτάνει να έχει πάρει τη σωστή δόση του από τον Τύπο κι από την Τηλεόραση. Το καλοκαίρι πήγα στου Ξενάκη, στο Ηρώδειο, κι όταν βγαίναμε, άκουσα δύο καλοζωϊσμένους μικροαστούς πίσω μου να λένε: “Μπράβο, μπράβο, του Ξενάκη”.
Δεν αμφισβητώ τα “Μπράβο του Ξενάκη”, αλλά αυτοί οι δύο, είμαι σίγουρος, δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Αν ο Ξενάκης ήταν άγνωστος, θα είχαν βουλώσει τα αυτιά τους, θα είχαν ζητήσει και ασπιρίνες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s