«Κάποιος δεν κερδίζει επειδή αξίζει, αλλά αξίζει επειδή κερδίζει»

Posted: Φεβρουαρίου 18, 2012 in ΑΘΛΟΠΑΙΔΙΕΣ
Ετικέτες:

E d u a r d o G e r m a n M a r i a H u g h e s G a l e a n o

Μον τ έ λα

Image

Δύο είναι τα παγκόσμια κύπελλα ποδοσφαίρου.

Στο ένα παίζουν οι αθλητές από σάρκα και οστά. Την ίδια στιγμή, στο άλλο παίζουν τα ρομπότ. Οι ανθρωποειδείς ομάδες διεκδικούν το RoboCup 2002, στο γιαπωνέζικο λιμάνι της Φουκουόκα, απέναντι από την κορεάτικη ακτή. Οι αγώνες των ρομπότ διεξάγονται κάθε χρόνο, σε διαφορετικό μέρος. Αυτοί είναι οι έκτοι. Οι διοργανωτές τους έχουν την ελπίδα να ανταγωνιστούν, στο μέλλον, τις αληθινές εθνικές ομάδες. Σε τελική ανάλυση, λένε, ήδη ένας υπολογιστής νίκησε τον πρωταθλητή Γκάρι Κασπάροφ σε μια παρτίδα σκάκι. Δεν τους κοστίζει πολύ να φανταστούν ότι οι μηχανικοί αθλητές θα καταφέρουν να πετύχουν ένα παρόμοιο κατόρθωμα σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Τα ρομπότ, προγραμματισμένα από μηχανικούς, είναι δυνατά στην άμυνα και γρήγορα, με δυνατό σουτ στην επίθεση. Ποτέ δεν προπονούνται με την μπάλα. Εκτελούν χωρίς αντίρρηση τις διαταγές του προπονητή και ούτε για μια στιγμή διαπράττουν την τρέλα να πιστέψουν ότι οι παίχτες παίζουν.

Ποιο είναι το πιο συχνό όνειρο των επιχειρηματιών, των τεχνοκρατών, των γραφειοκρατών και των ιδεολόγων της βιομηχανίας του ποδοσφαίρου;

Στο όνειρο, κάθε φορά πιο κοντά στην πραγματικότητα, οι παίχτες μιμούνται τα ρομπότ. Λυπηρό σημάδι των καιρών, ο 21ος αιώνας ιεροποιεί τη μετριότητα στο όνομα της αποτελεσματικότητας και θυσιάζει την ελευθερία στο βωμό της επιτυχίας. «Κάποιος δεν κερδίζει επειδή αξίζει, αλλά αξίζει επειδή κερδίζει», είχε επισημάνει, πριν από μερικά χρόνια, ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Δεν αναφερόταν στο ποδόσφαιρο, αλλά είναι σαν να το είχε κάνει. Απαγορεύεται να χάνεις χρόνο, απαγορεύεται να χάνεις: έχοντας μετατραπεί σε δουλειά, υποταγμένο στους νόμους της αποδοτικότητας, το παιχνίδι παύει να είναι παιχνίδι. Συνεχώς περισσότερο, όπως όλα, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο φαίνεται να διοικείται από την ΕΕΟ (Ένωση των Εχθρών της Ομορφιάς), οργάνωση δυνατή, που δεν υπάρχει αλλά διοικεί. Ο Ιγνάσιο Σαλβατιέρα, ένας αδίκως άγνωστος διαιτητής, αξίζει να αγιοποιηθεί. Έδωσε μαρτυρία της νέας πίστης. Πριν από έξι χρόνια, εξόρκισε το δαίμονα της φαντασίας στη βολιβιάνικη πόλη Τρινιδάδ. Ο διαιτητής Σαλβατιέρα απέβαλε από το γήπεδο τον ποδοσφαιριστή Αμπέλ Βάκα Σαουσέδο. Του έδειξε κόκκινη κάρτα, «για να μάθει να λαμβάνει το ποδόσφαιρο στα σοβαρά». Ο Βάκα Σαουσέδο είχε πετύχει ένα ασυγχώρητο γκολ. Τρίπλαρε όλη την αντίπαλη ομάδα, ακολουθώντας έναν ξέφρενο ρυθμό, κουβαλώντας την μπάλα με ταπόδια, με το κεφάλι, με τακουνάκια, και φτάνοντας στην κορύφωση αυτού του οργίου, γύρισε την πλάτη του στο τέρμα και, με μια εύστοχη κωλιά, κάρφωσε την μπάλα στο γάμμα.

Υπακοή, ταχύτητα, δύναμη, όχι φαντεζί ενέργειες: αυτό είναι το καλούπι που απαιτεί η παγκοσμιοποίηση. Κατασκευάζεται μαζικά ένα ποδόσφαιρο πιο κρύο και από ψυγείο. Και πιο αδυσώπητο από αλεστική μηχανή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε πριν από δυο χρόνια το France Football, ο αποδοτικός χρόνος ζωής των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών έχει μειωθεί στο μισό τα τελευταία 20 χρόνια. Ο μέσος όρος, που ήταν 12 χρόνια, έχει μειωθεί στα 6. Οι εργάτες του ποδοσφαίρου αποδίδουν συνεχώς περισσότερο και διαρκούν λιγότερο. Για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του ρυθμού εργασίας, πολλοί δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση από το να προστρέξουν στη βοήθεια των χημικών, σε ενέσεις και σε χάπια που επιταχύνουν τη φθορά: τα αναβολικά έχουν χίλια ονόματα, όλα όμως γεννιούνται από την υποχρέωση της νίκης και θα μπορούσαν να ονομάζονται επιτυχιόχαπα. Στη Βραζιλία, οι κοινότητες των ιθαγενών συναγωνίζονται στο δικό τους ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Στο Κύπελλο του 2000 η ομάδα των ιθαγενών Μακούσι έφτασε στον τελικό έχοντας παίξει τρία συνεχόμενα παιχνίδια κατά τη διάρκεια οκτώ ωρών. Αυτό το κατόρθωμα εξηγείται από τις θαυμαστές δυνάμεις ενός άλλου αναβολικού, που το επαγγελματικό ποδόσφαιρο δεν μπορεί να πληρώσει. Αυτό το μαγικό ποτό, που δεν έχει τιμή, ονομάζεται ενθουσιασμός. Η λέξη δεν προέρχεται από τη γλώσσα των Μακούσι, αλλά από τα αρχαία ελληνικά και σημαίνει: «να έχεις τους θεούς μέσα σου».

2.500 χρόνια πριν από τον Μπλάτερ, οι αθλητές αγωνίζονταν γυμνοί και χωρίς καμιά διαφήμιση σαν τατουάζ στο σώμα τους. Οι Έλληνες, χωρισμένοι σε πολλές πόλεις, καθεμιά με τους δικούς της νόμους και με το δικό της στρατό, συναντιούνταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Συναγωνιζόμενοι στον αθλητισμό, αυτοί οι διασκορπισμένοι λαοί έλεγαν: «Εμείς είμαστε Έλληνες», σαν να απάγγελλαν με τα σώματά τους τους στίχους της Ιλιάδας, όπου είχαν θεσπίσει την εθνική τους συνείδηση. Πολύ αργότερα, κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους του 20ού αιώνα, το ποδόσφαιρο ήταν το άθλημα που καλύτερα εξέφρασε και δήλωσε την εθνική ταυτότητα. Οι διαφορετικοί τρόποι παιχνιδιού φανέρωσαν τους διαφορετικούς τρόπους ζωής. Όμως, η διαφορετικότητα του κόσμου υποτάσσεται στην υποχρεωτική ομοιομορφία. Το βιομηχανικό ποδόσφαιρο, που η τηλεόραση έχει μετατρέψει στο πιο κερδοφόρο μαζικό θέαμα, επιβάλλει ένα μοναδικό μοντέλο, που απαλείφει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως συμβαίνει με αυτά τα πρόσωπα που γίνονται μάσκες, όλες ίδιες, στο τέλος συνεχών επεμβάσεων πλαστικής χειρουργικής. Υποτίθεται ότι αυτή η πλήξη είναι πρόοδος, αλλά ο ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι είχε περάσει από πολλά παρελθόντα όταν απέδειξε ότι: «Το πιο συνεπές χαρακτηριστικό των πολιτισμών σε παρακμή είναι η τάση για τυποποίηση και ομοιομορφία». Εδώ και πολύ καιρό, η εθνική ομάδα της Βραζιλίας φαίνεται να θέλει να σταματήσει να είναι βραζιλιάνικη. «Θέλουμε μια Βραζιλία με ευρωπαϊκή νοοτροπία. Το ποδόσφαιρο έχει σταματήσει να είναι ένα παιχνίδι. Η πραγματικότητα πια δεν επιτρέπει το ωραίο ποδόσφαιρο. Εκείνο το ποδόσφαιρο με τα θεαματικά τακουνάκια έχει περάσει στην ιστορία», αποφαίνεται ο προπονητής της Εθνικής Βραζιλίας, Λουίς Φελίπε Σκολάρι. Ενώ εκδίδει το πιστοποιητικό θανάτου του πιο όμορφου ποδοσφαίρου του κόσμου, αυτός ο παθιασμένος με τη μετριότητα εξασκεί τη στρατιωτική πειθαρχία. Ο Σκολάρι θαυμάζει τον στρατηγό Πινοσέτ, λατρεύει την τάξη και δυσπιστεί στο ταλέντο. Καταδικάζει σε εξορία τους ανυπάκοους Ρομάριο και Ντζαλμίνια, όπως άλλοτε θα είχε πυροβολήσει εκείνον τον ανεξέλεγκτο βασιλιά του τσίρκου, τον Γκαρίνσα. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ασκεί δικτατορία. Οι ποδοσφαιριστές δεν μπορούν να βγάλουν μιλιά απέναντι στη δεσποτική εξουσία των αφεντικών της μπάλας, που από το κάστρο τους, τη FIFA, διοικούν και κλέβουν. Η απόλυτη εξουσία αιτιολογείται από τη συνήθεια: έτσι είναι, επειδή έτσι πρέπει να είναι, και έτσι πρέπει να είναι, επειδή έτσι είναι. Όμως, ήταν πάντοτε έτσι; Αξίζει να θυμηθούμε εδώ ένα πείραμα που συνέβη στη χώρα του Σκολάρι, όχι περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν, ενώ ακόμα τη χώρα κυβερνούσε στρατιωτική δικτατορία. Οι ποδοσφαιριστές πήραν τη διοίκηση της Κορίνθιανς, μιας από τις μεγαλύτερες ομάδες της Βραζιλίας, και διαχειρίστηκαν τα ζητήματα της ομάδας το 1982 και το 1983. Ασυνήθιστο, δεν έχει ξαναγίνει: οι παίχτες αποφάσιζαν για όλα, μεταξύ τους, πλειοψηφικά. Συζητούσαν δημοκρατικά και ψήφιζαν για τη μέθοδο εργασίας, για το ποδοσφαιρικό σύστημα, για τη διανομή των χρημάτων και για όλα τα υπόλοιπα. Στις φανέλες τους μπορούσε κανείς να διαβάσει: Δημοκρατία της Κορίνθιανς. Μετά από δύο χρόνια, οι πρώην διοικούντες επανήλθαν στην εξουσία. Όμως, κατά τη διάρκεια της δημοκρατίας, η Κορίνθιανς, διοικούμενη από τους ποδοσφαιριστές, πρόσφερε το πιο τολμηρό και θεαματικό ποδόσφαιρο σε όλη τη χώρα, έφερε πολύ κόσμο στα γήπεδα και κέρδισε δύο συνεχόμενες χρονιές το πρωτάθλημα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s