Κρητικό Λεξιλόγιο.

Posted: Φεβρουαρίου 21, 2012 in ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΗ
Ετικέτες:

Κατεβάστε το εδώ:    _Λεξιλόγιο.rar

     Η Κρητική διάλεκτος είχε όλα τα προσόντα για να εξελιχθεί σε Κοινή Νεοελληνική (λεξιλογικό πλούτο, συνθετική και παραγωγική ικανότητα, εκφραστικότητα), όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, για δύο περίπου αιώνες, τα λογοτεχνικά της έργα ήταν σχεδόν τα μοναδικά πανελλήνια λαϊκά αναγνώσματα. Η ιστορική ωστόσο συγκυρία δεν στάθηκε ευνοϊκή. Ετσι παρέμεινε διάλεκτος, αλλά πάντως η μακροβιότερη στον ελλαδικό χώρο και η σημαντικότερη λόγω της αρχαϊζουσας συντηρητικής μορφής της, για όσους μελετούν την ιστορία της γλώσσας μας. Εξω από τα όρια της Κρήτης, η διάλεκτος μιλιέται ακόμη στο χωριό Χαμιδιέ της Συρίας, καθώς και από τους μουσουλμάνους κρητικούς που εγκαταστάθηκαν το 1923 στα παράλια κυρίως της Μικράς Ασίας.
    Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ευφωνία της διαλέκτου, που οφείλεται αφενός στον νότιο φωνηεντισμό (τα φωνήντα μένουν απαθή) και αφετέρου στην αποφυγή δυσπρόφερτων συμφωνικών συμπλεγμάτων (αθός = ανθός, άθρωπος = άνθρωπος). Ανεπιτυχείς είναι οι προσπάθειες μη κρητικών να μιμηθούν τον μουσικότατο επιτονισμό της διαλέκτου.
    Ο λεξιλογικός πλούτος είναι μεγάλος. Πολλές κρητικές λέξεις δεν απαντούν στην Κοινή Νεοελληνική ή απαντούν σε άλλες σημασίες: κουζουλός (παλαβός), ζάλο (βήμα), πράμα (τίποτε), πυρόβολος (αναπτήρας). Πάμπολλοι είναι και οι αρχαϊσμοί: αμπώθω (αρχ. απωθώ), ρέγομαι (αρχ. ορέγομαι), χοχλιός (αρχ. κοχλίας), καθώς και τα βυζαντινά κατάλοιπα: σπολλάτη (εις πολλά έτη). Υπάρχουν φυσικά και δάνεια κυρίως από τα ιταλικά (φιλιότσος, στιβάνι) και τα τουρκικά (ντελικανής, μπεγίρι = άλογο).
Α
αβαρεσά = τεμπελιά, οκνηρία
αβατζέρνω = πλεονάζω, περισσεύω
αβιζέρνω = εφιστώ τη προσοχή καποιου, ειδοποιώ
αβοθρακός ή αφορδακός = Βάτραχος
αγαπητερά = με αγάπη, με στοργή, συμπαθητικά
αγαπητερός = αυτός που με την συμπεριφορά του γίνεται αγαπητός
αγαστεροπιάνω = αναπτύσσομαι ομαλά
αγγελοσκιάζομαι = σκιάζομαι από τον άγγελό μου, βλέπω προμηνήματα του θανάτου μου
αγγίνιο = καινούριο
άγγουρος = νεαρός, νέος
αγγουροφαίνεται = μου κακοφαίνεται
αγγριγιεύω = γίνομαι άγριος, αγριεύω, ερεθίζω κάποιον, τον εξάπτω
αγιάερτος = αγύριστος, δεν έχει γυρίσει ακόμα
αγίδα = συμπαράσταση, ενίσχυση
αγκαλιδέ = ότι χωράει μια αγκαλιά
αγκανάδος = αγανακτισμένος, οργισμένος, άκεφος
αγκανάρηση = αγανάκτηση, εξόργιση
αγκανίζω = γκαρίζω, φωνάζω δυνατά
αγκίνιαστος = άθικτος, αχρησιμοποίητος
αγοϊζω = παρεκτρέπομαι, οργιάζω
αγριμοπόδαρος = αυτός μου έχει πόδια γρήγορα και δυνατά όπως το αγρίμι
αγρουλιά = η άγρια ελιά που δεν έχει εμβολιασθεί
αδέλοιπος = αποδέλοιπος, υπόλοιπος
αδιαρίζομαι = σπεύδω , επείγομαι
αδιάρμιστος = ακατάστατος , αταχτοποίητος
αδιαφόρετος  = ο μάταιος , ο ανωφελής
αδικοθανατίζω = βρίσκω κακό και άδικο θάνατο
αδυναμίζω = χάνω τις δυνάμεις μου, εξαντλούμαι σωματικά
αερινίζει = αρχίζει να πνέει δροσερός αέρας
άζουδος = άτυχος, κακότυχος
αθάλη = θερμή στάχτη
αθιβολή = κουβέντα, συζήτηση
αθρακοβόλη = στάχτη με αναμμένα κάρβουνα
αίγα = η γίδα
αϊπλίκι = ελλάτωμα , κουσούρι
ακάνιαστο = αμέστωτο πουλί πυ δε μπορεί να πετάξει ακόμα καλά
ακούω = μτφ. μυρίζω
αλάργο = μακρυά (από κάτι – κάποιον)
αλαργοξορίζω = στέλνω πολύ μακρυά, στην ξενιτιά
αλαργοξορισμένο = ξορισμένο μακριά, ξενιτεμένο μακριά
αμάλαγος = παρθενικός, αμόλευτος, απάτητος
αμάχη = το μίσος, η έχθρα
αμοναχός = μοναχός, μόνος
αναμαζώνομαι = ησυχάζω, ηρεμώ, γυρίζω στα παλιά
ανάπλαγο = ακαλλιέργητος αγρός, η πλαγιά
ανάρια = ισχνά, πάνω-πάνω
άνε = αν, εαν
ανεκουλουρίδα = στριφογύρισμα, σβουριξιά
ανεργιάζω = καταλαβαίνω, το παίρνω χαμπάρι
απανοβαρτάς = ρουφιάνος, ανέντιμος
απηλογούμαι = απαντώ, αποκρίνομαι
απής = αφού, αφότου
απόκειας = έπειτα, μετά
απόκειας = και μετά
απού = που, όπου
αράσω = ορμώ από αγάπη
αρμηνεύω = λέω, στέλνω μήνυμα
αρωδαμοί = τρυφεροί βλαστοί
ασάλευτος = ακίνητος , ακούνητος
ασπάλαθος = αγκαθωτό φυτό που υπάρχει στην Κρήτη
αφεδιά σου = εσύ
άφτω = ανάβω, φλογίζομαι
Β
βαβαλίζω = περιποιούμαι, φροντίζω
βαβούλι = εξουσιάζω κάποιον απόλυτα πχ. (έχω κάποιον στο βαβούλι μου)
βαγίζω = φροντίζω ιδιαίτερα κάποιον
βάγκα = χαντάκι, μεγάλο αυλάκι
βάλια = τα βάσανα
βαλίδικος = εύφορος , γόνιμος , καρποφόρος
βαρδαλές = μέρος αδιαπέραστο, φράγμα αδιάβατο
βαρέ = βαριά (σαν επίρρημα) π.χ. το πήρε πολλά βαρέ
βαρεμένη = η έγκυος
βαρθακός ή αβορθακός = βάτραχος
βαρμένος = υοποθετημένος, ταχτοποιημένος
βαρμός = το μπάσιμο, η είσοδος
βαροκαμπανίζω = είμαι βαρύς στο ζύγισμα
βαροκάρδιστη = κακή ψυχική διάθεση, στεναχώρια
βαρώ = πληγώνω, χτυπάω
βαστώ = προέρχομαι, κατάγομαι
βατσιναμάτης = αυτός που έχει στη μούρη του μαύρα στίγματα σαν τα βάτσινα (βατόμουρα)
βγαίνω = ανεβαίνω (εβγήκα στο δώμα), μου αξίζει (του βγαίνει να τονε δείρουνε), μου ανήκει , μου αναλογεί (μια γυναίκα μου βγαίνει και μένα)
βγανιά = συκοφαντία, προσβολή
βγαρτίζω = προχωρώ στην εργασία μου
βγοράδα = ορατότητα, θέα
βγορίζει = υπάρχει ορατότητα
βεζινές = η ζυγαριά
βένα = η ίνα
βεντέμα = μεγάλη παραγωγή (συνήθως για ελιές)
βερβερίζω = μιλώ συνέχεια, φλυαρώ, ψελλίζω
βέργα = κατσούνα, μπαστούνι
βερεσετζής = αυτός που αγοράζει με πίστωση
βίγλα = σκοπιά, παρατηρητήριο
βιγλάτορας = αυτός που επιτηρεί, που κοιτάζει εποπτικά από ψηλά
βιλλάνος = άξεστος, απολίτιστος, χωριάτης
βιόλα = χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κόκκινα λουλούδια (παπαρούνα – γαρύφαλλο)
βλαντούσα = η κατσαρίδα
βλεπές = ο αγροφύλακας
βλόγα = η τελετή του γάμου
βοργίζει = το κτυπάει ο βοριάς
βορισματέ = το χτύπημα, το τραύμα, η πληγή
βούβα = κοίλωμα, λάκος
βουλώ = βουλιάζω, βυθίζομαι
βούπα = η γόπα (το ψάρι)
βούργια = μικρό βουργιάλι
βουργιάλι = υφαντή τσάντα (ταγάρι) που έβαζαν το φαγητό της ημέρας οι βοσκοί και οι αγρότες
βραστάρι = θερμό αφέψημα
βρούχος = θόρυβος, το μουγκρητό
βρυσάλι = μικρή βρύση
βωλοσέρνω = κουβαλώ κάτι σέρνοντάς το
Γ
γειαίνω ή γιάνω = βρίσκω την υγεία μου
γεμίδι = το γέμισμα
γιαγιέρνω = επιστρέφω, γυρίζω πίσω
γιδάρης = βοσκός σε γίδες, γιδοβοσκός
γλεντοκόπισμα = το έντονο (δυνατό – άγριο) γλέντι
γράδες = οι γριές
γρε = η γριά
γρόθος = η γροθιά, μτφ. (βρισιά) αυτός που είναι για γροθιές, ο βλάκας
γροικώ = νιώθω, δίνω προσοχή, ακούω
γυρογιάλι = η ακρογιαλιά
γυρού γυρού = κυκλική συναγωγή
Δ
δείλι = το δειλινό
διαρμίζομαι = καθαρίζω, τακτοποιώ
διάφορο = η διαφορά, η καλλιτέρευση
δικώ = αρκώ, εξασκώ
δίφορος = αυτός που καρπίζει δύο φορές το χρόνο
δρασκελίζω = περπατάω με μεγάλο βήμα
Ε
εβάρηκα = χτύπησα , πληγώθηκα , τραυματίστηκα
εβγαρσιά = έξοδος
έβγορο = μέρος με ορατότητα
εβοσκήθηκα = χόρτασα
έγκος = όγκος
εγόη μου = αλοίμονό μου
εδέ = για δες
εδεπά = κάπου εδώ
εθαραπάηκα = έφαγα και ευχαριστήθηκα
είκασι = σαν να, ωσάν
είμητας = εκτός αν
εκειδέ = εκεί ακριβώς
έλε μου = προπάντως, κυρίως
ελεμές = εκλεκτός, διαλεχτός
ελιδάρος = ο ελαιοπαραγωγός
εμιλιά = μιλιά, ομιλία
έμπανα = και τι μ’αυτό
εμπάστε = μπείτε μέσα, περάστε
έντειμα = φάντασμα, βρικόλακας, δαιμονικό πλάσμα
εξιά = ανεξαρτησία, ελευθερία
εσμιγιά = η συνάντηση
ετοσεσάς = τότε ακριβώς
ετόσονα = τόσο πολύ, τόσο ακριβώς
ετουδά = σ’αυτό το μέρος
έχθρητα = η εχρθότητα, το μίσος
έχνος = το ζώο
εχταγή = έγνοια, έντονη επιθυμία
Ζ
ζα (ωζα) = τα ζώα
ζαφτιγές = ο χψροφύλακας επί Τουρκοκρατίας
ζόρες = ζόρισμα, κίνδυνος
Η
Ήντα, τι ήντα κατές = τι ξέρεις
ήντα λοής = με ποιό τρόπο
ήντα θές = τι θέλεις;
ήντα κάνεις = πως είσαι;
ήθος = τα ήθη, οι συνήθειες
η μέρα ξανοίγει = ξημερώνει
ήβρηκα = βρήκα
ήλεγα = ενόμιζα, επίστευα
ηλικιά και ελικιά = ηλικία
ηλιομπάρμπαρο = εξαίρετη χειμερινή λιακάδα
ημεριδώ, των = αντί ημερών
ήμπανα = μήπως
ήπρεπε = αντί έπρεπε
ηροκόσκινο = κόσκινο κατάλληλο για το καθάρισμα του καρπού από την ήρα και άλλα σκύβαλα
Θ
θαρμός = βασκανία, μάτιασμα
θέτω = πλαγιάζω, ξαπλώνω
θρινάκι = το κοσκίνισμα των σταχυών στο αλώνι
Ι
ιδώ = δω – βλέπω
ινάτι = το πείσμα
ίντα = τί (χρησιμοποιείται για ερώτηση)
ίσαμε ή σάμε = μέχρι
Κ
καβρός = ο κάβουρας
κακοβολιά = ανώμαλος δρόμος
καματερό = καλλιεργημένος αγρός, πεδιάδα
καμνιώ = κλείνω τα μάτια
καντής = ο δικαστής επί Τουρκοκρατίας
καταδιά = η αποκατάσταση, η τακτοποίηση
κατάσαργα = επί της σάρκας
κατέ(χ)ω = ξέρω, γνωρίζω
κάτης = ο γάτος
κατούνα = σπίτι βοσκού στο βουνό (λέγεται και κονάκι)
κατσούλα = η γάτα
καψάλι = (γίνομαι καψάλι) καίγομαι
κεράς η ζώνη = ουράνιο τόξο
κλησίδι = μικρό εκκλησάκι
κοκλιομπάντουρο = το όστρακο του σαλιγκαριού
κολάι = το κουμάντο, ο λογαριασμός
κονάκι = σπίτι βοσκού στο βουνό (λέγεται και κατούνα)
κοντό = άραγε, μήπως
κοντό κοντό = περίπου
κόπιασε = πρόσκληση στο σπίτι
κουζουλάδα = τρέλλα, χαζομάρα
κουλαντρίζω = καταφέρνω κάτι, τα βγάζω πέρα
κούμος = μικρό κτίσμα στο βουνό που χρησιμοποιεί ο βοσκός για να βάλει 1-2 ζώα
κουρνιάζω = ρουβάζω, χώνομαι στην αγκαλιά, ραφώνει στη αγκαλιά, προστατεύεται σε υπήνεμο έρος
κουφοβράζω = επιθυμώ, έχω έντονο πόθο που δεν εξωτερικεύεται
κοχλιός ή χοχλιός = σαλιγκάρι
κρημνός = ο γκρεμός
κριγιός = το κριάρι
κρυγιό = κρύο, δροσερό
κρυγιότι = το κρύο, κρύος καιρός (κάνει κρύο)
Λ
λαθούρι = η φάβα
λάτρα = καθαριότητα, δουλειές του σπιτιού
λεπιδοχώματα = χώμα από το οποίο φτιάχνουν τα πιθάρια και τα κεραμικά
λιγώνω = δοκιμάζω, γεύομαι
λιοπύρι = ημέρα με πολύ μεγάλη θερμοκρασία
λογάμαι = περνιέμαι, περνάω για…
λογιάζω = σκέφτομαι, βάζω στο νου μου
λούσα = πολυτελή ρούχα και κοσμήματα
Μ
μαγαρίζω = αλλοιώνω, καταστρέφω
μαϊνάρω = ησυχάζω, κοπάζω, γαληνεύω
μαλέ = καυγάς, φιλονικία
μαρακλής = αυτός που έχει μεράκι(α) – αυτός που γλεντάει χωρίς να παρεκτρέπεται
μαργώνω = ξεπαγιάζω, κρυώνω
μερακλίκι = το μεράκι η αγάπη για αυτό που κάνω
μισεμός = η αναχώρηση
μιτάτο = κτίσμα στο οποίο γίνονται τυροκομικές εργασίες
μονοπαντώ = συγκεντρώνω σε ένα μέρος
μουζούρι = παλιά Κρητική μονάδα μέτρησης (1 μουζούρι ήταν περίπου 5 οκάδες)
μπάντα = πλευρά, περιοχή
μπαντούρα = καπάκι όστρακου
μπαξές = περιβόλι, κήπος
μπεγεντίζω = συμπαθώ, θαυμάζω
μπελί είναι = είναι φανερό
μπεσαλίδικος = ο ντόμπρος, ο ευθύς, ο σταθερός
μπέτης ή πέτης = το στήθος
μπουνταλάς = βλάκας, χαζός
Ν
νιηρούμαι = αποφεύγω μια πράξη
ντακάρω = ξεκινώ, αρχίζω
ντελικανής = ο νέος
ντουνιάς = ο κόσμος, ο λαός
νώμος = ο ώμος
Ξ
ξα σου = εσύ ότι πεις
ξαμώνω = σκοπεύω (σημαδεύω)
ξανοίγω = κοιτάζω, θωρώ
ξεγιαλίζω = ανοίγομαι στο πέλαγος
ξεκορφίζω = βγαίνω στην κορυφή ενός υψώματος
ξενομπασάρικος = περαστικός, ξένος
ξενομπάτης = περαστικός, ξένος
ξέτελο = η έκβαση, το αποτέλεσμα
ξόμπλια = σχέδιο στο υφαντό
ξώμαχο = γερασμένο, παροπλισμένο, εκτός μάχης
Ο
ο(υ)λιά = στιγμή, μικρό κομμάτι
οζό = ζώο, χρησιμοποείται κυρίως για να ορίσει το πρόβατο
οματέ = φαγητό, από εντόσθια χοιρινά, γεμιστά με ρύζι και μυρωδικά
ονόμης σου = για χάρη σου
όξω = έξω, εκτός
ορδινιά = η τάξη, η ετοιμασία
ορδινιάζω = σχεδιάζω, μελετώ
όρθα = η κότα
ορνικός = ήσυχος, ανενόχλητος
οψάργας = εχθές το βράδυ
οψές εχθές = εχθές
οψές ταχιά = εχθές το πρωί
Π
παιχνιδαμάτης = αυτός που κάνει παιχνίδια με τα μάτια του
παντίδει = (δεν παντίδει) δεν έρχεται, δεν είναι εύκολο
παντονιέρω ή παντονιάρω = εγκαταλείπω, αφήνω
παραμερώ = βάζω παράμερα, παραμερίζω
παράουρος = παλαβός, τρελός
παρασθιά = το τζάκι
παραστρατίζω = αλλάζω δρόμο
περαματίζω = όρος της υφαντικής
πλαντοξόκαιρος = ξαφνική κακοκαιρία στην οποία κινδυνεύει ο άνθρωπος ακόμα και να πνιγεί (πλαντάξει)
ποβγάνω = βγάζω έξω, ξεπροβοδίζω
πογέρνει = βασιλεύει, φεύγει ο ήλιο
πορευτής = αυτός που περνάει περαστικός
πορίζω = περνάω, βγαίνω έξω, φεύγω
πορίζω = βγαίνω έξω
ποσάζω = περιποιούμαι, στολίζω
πρεπιά = αξιοπρέπεια, ομορφιά
πρεπίζω = ταιριάζω, το φέρνω στα μέτρα μου
πριχού = πριν, προτού
προβατάρης = βοσκός σε πρόβατα
Ρ
ραβδέ = χτύπημα με ραβδί , ραβδισμός , ξυλιά
ραέτι = καλό φαγητό, εξαίρετο γεύμα
ραϊσματέ = το ράγισμα, το ρήγμα , η ραγισματιά
ράκαδο = κουρελιάρικο ρούχο , κουρέλι
ραμεκλής = συγχωρεμένος (κάποιος που έχει πεθάνει)
ράνης = αυτός που συχνοκλαίει
ρανίζω = κλαίω ασταμάτητα
ραντάρα = ψεκαστήρας , συσκευή για ψέκασμα
ρασέ ή ρασιά = ύφασμα απο συμπιεσμένο μαλλί
ρασιά ή ρασέ = ύφασμα απο συμπιεσμένο μαλλί
ράσσω = σπεύδω για βοήθεια , προθυμοποιούμαι
ραφώνω = κουρνιάζω, χώνομαι
ρεγάλο = το δώρο
ρεγογιάρω = τακτοποιώ, διευθετώ
ρέγομαι = επιθυμώ πολύ
ρεζακλιά = το ροζακί σταφύλι
ρεζαλέτι = ρεζίλεμα, συμφορά
ρεματικά = οι ρευματισμοί
ρεμεδιάρω = γιατρεύω , θεραπεύω , αποκαθιστώ
ρεμέδιο = το φάρμακο
ρέμπομαι = κυριαρχώ , εκμεταλλεύομαι
ρεσπέρης = ο γεωργός , ο αγρότης
ρεστιβώνω ή ριστιβώνω = συνωθώ, συμπιέζω , στριμώχνω
ρέτζακας = ο γκρεμός , χαράδρα , απότομο ρυάκι
ρετζεβούτα = εντολή , διαταγή (συνήθως δυσάρεστη)
ρεχένι = εγγύηση , ενέχειρο
ριγοσίρω = αναπτύσσομαι, ευδοκιμώ
ριζά = οι πρόποδες υψώματος
ριζακάρει = υπάρχει κίνδυνος
ριζακάρης = ο τυχερός
ριζιμιό = ριζωμένο (π.χ. ριζιμιό χαράκι – ριζωμένος βράχος)
ριζίτης = αυτός που κατοικεί στσι ρίζες του βουνού
ριζοσκέλωση = η ανάπτυξη των ριζών
ρίζωμα = ανήφορος, ανηφοριά
ριστιβώνω ή ρεστιβώνω = συνωθώ, συμπιέζω , στριμώχνω
ριτζας = χάρη, παράκληση
ριτζατζής = μεσίτης, μεσολαβητής
ρόβι = όσπριο που η χρησιμοποιούταν για τροφή σε βόδια
ροδάρης = βοσκός αιγοπροβάτων
ροδέ = ροδαριά, τριανταφυλιά
ροζοναμέντο = συνομιλία, συζήτηση , κουβέντα
ροζονάρω = κουβεντιάζω, συζητώ
ροσπού = η πόρνη
ροσφαϊλίκι = ντροπή, ζημιά, δυσφήμιση
ρουβάζω = χώνομαι στην αγκαλιά
ρουβάρω ή ρουβέρνω = κλέβω, αρπάζω
ρουβάς = ο κλέφτης
ρουβαχταρέ = μικρή δόση λίγη ποσότητα
ρουβέρνω ή ρουβάρω = κλέβω, αρπάζω
ρούγα = δρόμος, σοκάκι
ρούγα = η γειτονιά
ρούκανης = ο σκελετώδης, ο αποσκελετωμένος
ρούμα = ρυάκι, κοίτη χειμμάρου, μικρός χείμμαρος
ρουφώνω = τρυπώνω, κρύβομαι σε τρύπα
Σ
σάμε ή ίσαμε = μέχρι
σεβντάς = ερωτικός καϋμός
σεϊρι = η θέα
σειρώνω = σουρώνω υγρά
σκιανός = ο ίσκιος
σουρεύω = συκοφαντώ, κατηγορώ
σουχλικό = κατηγορία, συκοφαντία
σπερνό = ο εσπερινός, η παραμονή
στανικώς = κάνω κάτι χωρίς τη θέλησή μου
συζευτής = ο συνέταιρος
σύντεκνος = ο κουμπάρος που έχει βαφτίσει παιδί
συντηρώ = κοιτάζω με προσοχή
συργουλεύω = καλοπιάνω, κολακεύω
σφακολούλουδο = ο ανθός της πικροδάφνης
σφαλίζω = κλειδώνω, ασφαλίζω
Τ
ταβλί = τάβλα, κομμάτι ξύλου
ταγί = η βρώμη
τάχατες = δήθεν (ίσως και με ειρωνική διάθεσης)
ταχινή = το πρωί
τελάρο = ο αργαλειός
τερτίπι = καμωματιά, κόλπο
τζαναμπέτης = ο καταφερτζής
τοτεσάς = τότε ακριβώς
τουτοσές = αυτός, ετούτος
τσιγκλώ = πειράζω, ενοχλώ
τσίπα = μεμβράνη που σχηματίζει το φρέσκο γάλα στην επιφάνειά του
τσουγκρί = η άκρη του βράχου, μυτερή πέτρα
Υ
υστεργιά = το τέλος
Φ
φαδέ = πίστη, εμπιστοσύνη
φαητσούλι = μικρή ποσότητα φαγητού
φαλαγγάρης = αυτός που ζεί σε φαράγγι
φαλαγγώνω = εγκλωβίζω , συσφίγγω, μαγκώνω
φάλκος = είδος γερακιού
φαμεγιεύω = είμαι δούλος , εργάζομαι ως υπηρέτης
φαμέγιος = δούλος υπηρέτης
φαμελικώς = με όλη τη φαμέλια , ολόκληρη η οικογένοια
φαμεργιούρι = ο υπηρέτης
φανερίζει = αρχίζει να ξημερώνει
φανιστρέλα = μεγάλη πληγή , τράυμα εκτεταγμένο
φαρδαλός = πολύχρωμος , φανταχτερός
φαρμακίτης = μανιτάρι που δηλητηριάζει
φασίδι = το υφαινόμενο στον αργαλειό , το υφαντό
φεγγιά = τα μάτια
φέγγος = λάμψη, φωτισμός
φελλοκάλικο = παντόφλα, τσόκαρο
φελώ = έχω αξία , είμαι άξιος
φεργάδα = ιστιοφόρο πλοίο
φέτσα = αποξηραμένο κατακάθι υγρού (λαδιού κρασιού)
φηλίαση = κλείδωση , άρθρωση , αρμός οστών
φιακάς = πικρός, φθονερός
φιακώνω = δηλητηριάζω , πικραίνω
φιλαδόρος = πέτρινο λουρί για ακόνισμα ξυραφιών
φιλιότσα(-ος) = το βαπτιστίρι
φιοφιορίζω = στολίζω , πλουμίζω
φιραούνης = αλαζόνας , υπερόπτης , δυνάστης , σατράπης
φλέγα = φλέβα του σώματος
φλουμίζω = θηλάζω , βυζαίνω
φουντάνα = μεγάλη φλόγα
φούντι = το καπάκι του βαρελιού
φταξούσιος = ο κύριος του εαυτού του
φυρώ = φυραίνω , λιγοστεύω σε όγκο ή βάρος
φυσκιγιά = η αφθονία
φωλεύγω = κάνω φωλιά
Χ
χάβδαλο = το τελείως ξερό σέλινο
χαβεσιλίκι = πόθος επιθυμία , πάθος
χαβρίζω = φωνάζω πολύ δυνατά
χάζι = διασκέδαση (από θέαμα ή πράξη)
χαϊλάλης = ανισσόροπος , φαντασιόπληκτος
χαιτζώνω = προβάλλω αντίσταση , αγριεύω
χάκι (το) = το μερίδιο κάποιου
χαλακατέβας = αδέξιος , ανεπιτείδιος
χαλαλίζω = χαρίζω, δωρίζω
χαλασές (ο) = τόπος με χαλάσματα
χαλέπα = περιοχή με πετρώδες και ίσιο έδαφος
χαλίσικος = γνήσιος , άδολος , ανόθευτος
χάμαι = κάτω, καταγής
χαμπέρι = η είδηση
χαντώ = νομίζω , πιστεύω
χαραέτι = μεγάλη δίψα
χαράκι = μεγάλη πέτρα, ριζωμένος βράχος
χαροκοπώ = γλεντώ διακεδάζω
χαρχαλεύω = ανακατώνω διάφορα πράγματα
χειμαδιό = περιοχή με ήπιο κλίμα που πάνε τα ζώα οι βοσκοί για να απαοφύγουν το χειμώνα
χουμά κουτάλι = άνω – κάτω
χούμελι = γλυκό υγρό που έβγαινει από το βράσιμο της κερήθρας
χουρχούδα = μαγκούρα , ρόπαλο
χοχλιομπάντουρο = το όστρακο του σαλιγκαριού
χοχλίος ή κοχλίος = σαλιγκάρι
χτικιάζω = αρρωσταίνω από φυματίωση
χτικιό = η φυματίωση
Ψ
ψακωντέ = η γεύση του πικρού , η πικράδα
ψαλάσσω = τσιμπολογώ
ψαλιμουδίζω = σιγομουρμουρίζω
ψαργάδινος = χθεσινοβράδυνος
ψαρογάροι = σαρδέλες παστές
ψεγαδιάστρα = η κουτσομπόλα γυναίκα
ψέγος = ψεγάδι , ελλάτωμα , ατέλεια
ψεσινός = χθεσινός
ψήμα = ψήσιμο
ψίκι = ακολουθία , πομπή
ψιμάρνι = όψιμο αρνί
ψιμοκαίρι = παράταση του καλοκαιριού, εποχή που είναι έντονη η ανάγκη της βροχής
ψιμύθια = στολίδια σε κέντημα ή υφαντό
ψιχαλίδα = ψιλή βροχή , ψιχάλα
ψομματάρης = μεγάλος ψεύτης
ψυχνιάζει = αρχίζει να πέφτει κρύο
Ω
ωζά = τα ζώα
ώριος = ωραίος
ώστε, ώστο = ώσπου
ώφου(ν) = επιφώνημα λύπης
ωριωμένος = ωραιωμένος
ώρα = κατά την ώρα, πάνω στην ώρα, χωρίς καθυστέρηση

έπεται συνέχεια…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s